Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμβυσμα

/ˈeɱ.vi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η τσιμούχα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έμβυσμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔμβυσμα < ἐμβύω. Συγχρονικά αναλύεται σε έμ- + βύσμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέμβυσμαεμβύσματα
Γενικήεμβύσματοςεμβυσμάτων
Αιτιατικήέμβυσμαεμβύσματα
Κλητικήέμβυσμαεμβύσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →