Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έναρξη

/ˈe.naɾ.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αρχή, το ξεκίνημα, το πρώτο χρονικό σημείο Βικιλεξικό
    • Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.

Ετυμολογία

έναρξη < ελληνιστική κοινή ἔναρξ(ις) + -ση < ἔν + ἄρχω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέναρξηενάρξεις
Γενικήέναρξηςενάρξεων
Αιτιατικήέναρξηενάρξεις
Κλητικήέναρξηενάρξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →