αρχή
•
- το τοπικό ή χρονικό σημείο από όπου αρχίζει κάτι, η αφετηρία ή η αρχική φάση, το ξεκίνημα Βικιλεξικό
- η αρχή μιας σχέσης
- στις αρχές του μήνα
- η πρωταρχική αιτία, η αφορμή Βικιλεξικό
- οι οικονομικές διαφωνίες ήταν η αρχή του καυγά τους
- η προέλευση, το αρχικό σημείο της δημιουργίας Βικιλεξικό
- η αρχή του κόσμου
- θεμελιακός κανόνας στη φύση, στην επιστήμη, στην τέχνη, στην πολιτική κ.λπ. Βικιλεξικό
- η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων
- βασικός κανόνας που ρυθμίζει την προσωπική ή την κοινωνική συμπεριφορά Βικιλεξικό
- δεν είναι μέσα στις αρχές μου να λέω ψέματα
- όρος, προϋπόθεση που τίθεται ως βάση και που είναι κοινά αποδεκτός ή προσυμφωνημένος Βικιλεξικό
- η αρχή της αυτοδιάθεσης
- η δημόσια εξουσία και τα πρόσωπα που την ασκούν ή την εκπροσωπούν Βικιλεξικό
- εισαγγελική / δημοτική / εκκλησιαστική / αστυνομική / εκπαιδευτική αρχή
- αδίκημα περιύβρισης της αρχής
Ετυμολογία
αρχή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀρχή < ἄρχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχή | αρχές |
| Γενική | αρχής | αρχών |
| Αιτιατική | αρχή | αρχές |
| Κλητική | αρχή | αρχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →