έναυσμα
•
- η αιτία, η αφορμή που εξεγείρει και παροξύνει τα πάθη Βικιλεξικό
- οι φωτιές του 2007 ... ήταν το έναυσμα για την ίδρυση του Πυροσβεστικού Κλιμακίου στην περιοχή (Ακρίτες - φρουροί και για πυρκαγιές, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 13 Αυγούστου 2010 )
- στρατιωτικός όροςτο μέσο που προκαλεί ή ενισχύει την πυροδότηση της γόμωσης εκρηκτικής ύλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έναυσμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔναυσμα (σπινθήρας, κίνητρο) < αρχαία ελληνική ἐναύω (ανάβω φωτιά, προκαλώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έναυσμα | εναύσματα |
| Γενική | εναύσματος | εναυσμάτων |
| Αιτιατική | έναυσμα | εναύσματα |
| Κλητική | έναυσμα | εναύσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →