Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έναυσμα

/ˈe.nav.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αιτία, η αφορμή που εξεγείρει και παροξύνει τα πάθη Βικιλεξικό
    • οι φωτιές του 2007 ... ήταν το έναυσμα για την ίδρυση του Πυροσβεστικού Κλιμακίου στην περιοχή (Ακρίτες - φρουροί και για πυρκαγιές, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 13 Αυγούστου 2010 )
  2. στρατιωτικός όροςτο μέσο που προκαλεί ή ενισχύει την πυροδότηση της γόμωσης εκρηκτικής ύλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έναυσμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔναυσμα (σπινθήρας, κίνητρο) < αρχαία ελληνική ἐναύω (ανάβω φωτιά, προκαλώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέναυσμαεναύσματα
Γενικήεναύσματοςεναυσμάτων
Αιτιατικήέναυσμαεναύσματα
Κλητικήέναυσμαεναύσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →