έννομος
•
- αυτός που γίνεται σύμφωνα με το νόμο Βικιλεξικό
- έννομο συμφέρον, έννομη τάξη, έννομο δικαίωμα, έννομο αποτέλεσμα
- Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)
Ετυμολογία
έννομος < αρχαία ελληνική ἔννομος < ἐν + νόμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έννομος | έννομη | έννομο |
| Γενική | έννομου | έννομης | έννομου |
| Αιτιατική | έννομο | έννομη | έννομο |
| Κλητική | έννομε | έννομη | έννομο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έννομοι | έννομες | έννομα |
| Γενική | έννομων | έννομων | έννομων |
| Αιτιατική | έννομους | έννομες | έννομα |
| Κλητική | έννομοι | έννομες | έννομα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →