παράνομος
•
- ο εκτός των ορίων του νομίμου, είτε λόγω έλλειψης των απαραίτητων προϋποθέσεων του νομίμου, είτε λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων αλλά με παρουσία επιπλέον στοιχείων που καθιστούν ρητά το σύνολο παραβατικό του νόμου Βικιλεξικό
- αντίθετος με τις κοινωνικές συμβάσεις, ακόμη κι αν δεν απαγορεύεται από τους νόμους Βικιλεξικό
- Είχε μια παράνομη σχέση με τη γραμματέα του.
Ετυμολογία
παράνομος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράνομος < παρά- + νόμ(ος) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παράνομος | παράνομη | παράνομο |
| Γενική | παράνομου | παράνομης | παράνομου |
| Αιτιατική | παράνομο | παράνομη | παράνομο |
| Κλητική | παράνομε | παράνομη | παράνομο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παράνομοι | παράνομες | παράνομα |
| Γενική | παράνομων | παράνομων | παράνομων |
| Αιτιατική | παράνομους | παράνομες | παράνομα |
| Κλητική | παράνομοι | παράνομες | παράνομα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →