Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένστρωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεωλογίαλεπτότερο απ’ τα γειτονικά στρώμα πετρώματος που εναλλάσσεται με άλλα μεγαλύτερου πάχους και διαφορετικής γεωλογικής σύστασης Βικιλεξικό
    • Στο ανώτερο τμήμα τους υπάρχουν κυρίως γνευσιακές κροκάλες με μικρότερο μέγεθος και χαλαρότερο βαθμό σύνδεσης μεταξύ τους καθώς και «ενστρώσεις μαργών και ψαμμιτών». (*)

Ετυμολογία

ένστρωση < εν- + στρώση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική interbedding)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήένστρωσηενστρώσεις
Γενικήένστρωσηςενστρώσεων
Αιτιατικήένστρωσηενστρώσεις
Κλητικήένστρωσηενστρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →