στρώνω
•
- απλώνω κάτι σε μια επιφάνεια καλύπτοντάς την Βικιλεξικό
- στρώνω το τραπεζομάντηλο, στρώνω το κρεβάτι
- θα στρώσει την αυλή με πλάκες Καρύστου
- χθες στρώθηκαν τα χαλιά στο πάτωμα επειδή έπισααν τα κρύα.
- έχω καλή εφαρμογή (για ρούχα, υφάσματα) Βικιλεξικό
- σου στρώνει ωραία αυτό το πουκάμισο
- μεταφορικάσυμμορφώνω, κάνω κάποιον να φέρεται σωστά Βικιλεξικό
- δε θα κάνεις ό,τι θέλεις, θα σε στρώσω!
- μεταφορικάστρώνω κάποιον (στη δουλειά): αναγκάζω κάποιον να γίνει εργατικός και να αφοσιωθεί σ' αυτό που κάνει Βικιλεξικό
- στρώνω στη δουλειά, στρώνω στη μελέτη, στρώθηκε στο διάβασμα
- μεταφορικάγίνομαι καλύτερος, βελτιώνομαι Βικιλεξικό
- νέος είναι, θα στρώσει!
- θέλεις να πάμε βόλτα, όταν στρώσει ο καιρός;
Ετυμολογία
στρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στρώνω < ελληνιστική κοινή στρωννύω < αρχαία ελληνική στρώννυμι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στρώνω | στρώνεις | στρώνει | στρώνουμε | στρώνετε | στρώνουν / στρώνουνε |
| Παρατατικός | έστρωνα | έστρωνες | έστρωνε | στρώναμε | στρώνατε | έστρωναν / στρώναν / στρώνανε |
| Αόριστος | έστρωσα | έστρωσες | έστρωσε | στρώσαμε | στρώσατε | έστρωσαν / στρώσαν / στρώσανε |
| Μέλλοντας | θα στρώνω / θα στρώσω | θα στρώνεις / θα στρώσεις | θα στρώνει / θα στρώσει | θα στρώνουμε / θα στρώσουμε | θα στρώνετε / θα στρώσετε | θα στρώνουν / θα στρώνουνε / θα στρώσουν / θα στρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στρώσει | έχεις στρώσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στρώσει | είχες στρώσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στρώσει / να στρώνω / να στρώσω | να έχεις στρώσει / να στρώνεις / να στρώσεις | να στρώνει / να στρώσει | να στρώνουμε / να στρώσουμε | να στρώνετε / να στρώσετε | να στρώνουν / να στρώνουνε / να στρώσουν / να στρώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε στρωμένο / στρώνε / στρώσε | — | — | στρώνετε / στρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στρώθηκαστρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →