ένσφαιρος
•
- στρατιωτικός όροςπου έχει ή γίνεται με σφαίρες, με βόλια Βικιλεξικό
- ένσφαιροι πυροβολισμοί
- τεχνολογίαπου αποτελείται από σφαιροειδείς κατασκευές, ή απεικονίζεται έτσι Βικιλεξικό
- Ο στερεοχημικός τύπος των μορίων φέρεται με ένσφαιρη απεικόνιση των ατόμων που τους συγκροτούν.
- μηχανολογίαπου φέρει σφαιρίδια, ή συγκροτείται από σφαιρίδια Βικιλεξικό
- ένσφαιροι τριβείς (τα ρουλεμάν)
Ετυμολογία
ένσφαιρος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἔνσφαιρος (μαρτυρείται από το 1897) . Συγχρονικά αναλύεται σε έν- + σφαίρ(α) + -ος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ένσφαιρος | ένσφαιρη | ένσφαιρο |
| Γενική | ένσφαιρου | ένσφαιρης | ένσφαιρου |
| Αιτιατική | ένσφαιρο | ένσφαιρη | ένσφαιρο |
| Κλητική | ένσφαιρε | ένσφαιρη | ένσφαιρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ένσφαιροι | ένσφαιρες | ένσφαιρα |
| Γενική | ένσφαιρων | ένσφαιρων | ένσφαιρων |
| Αιτιατική | ένσφαιρους | ένσφαιρες | ένσφαιρα |
| Κλητική | ένσφαιροι | ένσφαιρες | ένσφαιρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →