Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένσφαιρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός όροςπου έχει ή γίνεται με σφαίρες, με βόλια Βικιλεξικό
    • ένσφαιροι πυροβολισμοί
  2. τεχνολογίαπου αποτελείται από σφαιροειδείς κατασκευές, ή απεικονίζεται έτσι Βικιλεξικό
    • Ο στερεοχημικός τύπος των μορίων φέρεται με ένσφαιρη απεικόνιση των ατόμων που τους συγκροτούν.
  3. μηχανολογίαπου φέρει σφαιρίδια, ή συγκροτείται από σφαιρίδια Βικιλεξικό
    • ένσφαιροι τριβείς (τα ρουλεμάν)

Ετυμολογία

ένσφαιρος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἔνσφαιρος (μαρτυρείται από το 1897) . Συγχρονικά αναλύεται σε έν- + σφαίρ(α) + -ος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήένσφαιροςένσφαιρηένσφαιρο
Γενικήένσφαιρουένσφαιρηςένσφαιρου
Αιτιατικήένσφαιροένσφαιρηένσφαιρο
Κλητικήένσφαιρεένσφαιρηένσφαιρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήένσφαιροιένσφαιρεςένσφαιρα
Γενικήένσφαιρωνένσφαιρωνένσφαιρων
Αιτιατικήένσφαιρουςένσφαιρεςένσφαιρα
Κλητικήένσφαιροιένσφαιρεςένσφαιρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ἔνσφαιρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ένσφαιρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ἔνσφαιρος (μαρτυρείται από το 1897) < ἔν- + σφαῖρ(α) + -ος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήἔνσφαιροςἔνσφαιροςἔνσφαιρον
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →