Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένυλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου αποτελείται από ύλη ή έχει υλική υπόσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ένυλος < αρχαία ελληνική ἔνῡλος < ἐν + ὕλη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήένυλοςένυληένυλο
Γενικήένυλουένυληςένυλου
Αιτιατικήένυλοένυληένυλο
Κλητικήένυλεένυληένυλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήένυλοιένυλεςένυλα
Γενικήένυλωνένυλωνένυλων
Αιτιατικήένυλουςένυλεςένυλα
Κλητικήένυλοιένυλεςένυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →