ύλη
•
- η ουσία από την οποία αποτελούνται όλα τα σώματα. Διαθέτει φυσικές και χημικές ιδιότητες, αποτελείται από μικροσκοπικά σωματίδια και μπορεί να βρίσκεται σε στερεή, υγρή ή αέρια μορφή Βικιλεξικό
- οργανική / ανόργανη ύλη
- καθετί που έχει μάζα, όγκο και βάρος και το αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις Βικιλεξικό
- η ουσία κατασκευής κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
- ξύλινη / μεταλλική ύλη
- κάθετι που φθείρεται και χρησιμοποιείται για να παραχθεί κάτι άλλο Βικιλεξικό
- το περιεχόμενο ενός βιβλίου, μιας εφημερίδας, ενός εντύπου Βικιλεξικό
- περιοδικό με πλούσια ύλη
- το γνωστικό αντικείμενο που περιλαμβάνει ένα μάθημα Βικιλεξικό
- εξεταστέα / διδαχθείσα ύλη
- το αντικείμενο για το οποίο είναι κάποιος αρμόδιος Βικιλεξικό
- καθετί που εκκρίνει το σώμα φυσιολογικά ή παθολογικά Βικιλεξικό
- τα υλικά αγαθά, οι απολαύσεις του φαγητού, του ποτού κ.λπ. (σε αντίθεση με τις πνευματικές απολαύσεις} Βικιλεξικό
- το κυνήγι της ύλης απασχολεί τον σύγχρονο άνθρωπο
Ετυμολογία
ύλη < αρχαία ελληνική ὕλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ύλη | ύλες |
| Γενική | ύλης | υλών |
| Αιτιατική | ύλη | ύλες |
| Κλητική | ύλη | ύλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →