έξω απ' τα δόντια
•
- δίχως απόπειρα ωραιοποίησης, δίχως υπεκφυγές Βικιλεξικό
- είναι η αρθρογράφος της στήλης «Έξω απʼ τα δόντια »
- σε αυτές τις περιπτώσεις οφείλουμε να μιλάμε έξω από τα δόντια
- τον βρήκα και του τα ʼπα έξω απʼ τα δόντια
Ετυμολογία
έξω απʼ τα δόντια: → δείτε τις λέξεις έξω και δόντι
Άλλοι τύποι
έξω απʼ τα δόντια
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →