χύμα
•
- για τρόφιμα ή ποτά που πωλούνται χωρίς να είναι συσκευασμένα ή εμφιαλωμένα Βικιλεξικό
- για αντικείμενα που τοποθετούνται κάπου χωρίς τάξη Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια άνθρωπο που δεν έχει τάξη στη ζωή του Βικιλεξικό
- παρωχημένοκατωφέρεια Βικιλεξικό
- παροιμία: τούτο το χύμα θα φέρει και τ' αναβόλεμα (συνηθισμένο, η στροφή απ' τη δυστυχία στην ευτυχία)
Ετυμολογία
χύμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χύμα (ουδέτερο, αρχαία σημασία: υγρό που χύνεται) < χέω. Ως επίρρημα από τη μεσαιωνική περίοδο (με διάβασμα, όχι με ψαλμούς)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →