έπαρση
•
- η ανύψωση Βικιλεξικό
- έπαρση της σημαίας
- η αλαζονεία Βικιλεξικό
- στην περίπτωση της συγκεκριμένης ταινίας είχα νιώσει ότι, ε, όπως και να το κάνεις, ο δημιουργός πήγαινε γυρεύοντας για να τον κράξουν, με τέτοιο συνδυασμό ασυναρτησίας, δηθενιάς και έπαρσης που ξετύλιγε στο πανί (Απόστολος Δοξιάδης, Το τηλεφώνημα που δεν έγινε, Εκδ. Ίκαρος, 2022)
- Παρά την μετριότητά του έχει μια έπαρση.
Ετυμολογία
έπαρση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔπαρ(σις) (αρχαία σημασία: φούσκωμα) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έπαρση | επάρσεις |
| Γενική | έπαρσης | επάρσεων |
| Αιτιατική | έπαρση | επάρσεις |
| Κλητική | έπαρση | επάρσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →