Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έρμος

/ˈeɾ.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει μείνει στην ερημιά, ο δυστυχισμένος Βικιλεξικό
    • έμεινε έρμος και μόνος
    • Όμως ο έρμος ο Χρυσοβαλάντης, που τη μια προκαλεί υστερικά γέλια και την άλλη βούρκωμα στους αναγνώστες, δεν ξέρει πού πατάει και πού βρίσκεται. Ένας ανερμάτιστος άνθρωπος, πανικόβλητος απ’ την κρίση που αχνοφαίνεται στην Ελλάδα, παραπαίει μεταξύ αγαθομάρας και θυμοσοφίας. («Μάρτυς μου ο Θεός»: Η επανέκδοση ενός σπουδαίου βιβλίου, athensvoice.gr, 15/02/2020 https://www.athensvoice.gr/politismos/vivlio/622109/martys-moy-o-theos-i-epanekdosi-enos-spoydaioy-vivlioy/)
  2. ο έρημος τόπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έρμος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική έρμος < αρχαία ελληνική ἔρημος με συγκοπή του άτονου [i]

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέρμοςέρμηέρμο
Γενικήέρμουέρμηςέρμου
Αιτιατικήέρμοέρμηέρμο
Κλητικήέρμεέρμηέρμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέρμοιέρμεςέρμα
Γενικήέρμωνέρμωνέρμων
Αιτιατικήέρμουςέρμεςέρμα
Κλητικήέρμοιέρμεςέρμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →