μαγκούφης
•
- άτομο που έχει απομείνει χωρίς οικογένεια, άγαμος, ολομόναχος, έρημος Βικιλεξικό
- θα μείνεις μαγκούφης σ' όλη σου τη ζωή!
- μεταφορικάο άθλιος, ο δυστυχής Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια άτομα ιδιότροπα που λόγω του χαρακτήρα τους οι άλλοι τους αποστρέφονται Βικιλεξικό
- Προχτὲς ἐμάθαμε ἀπὸ τὸ ἀστυνομικὸ δελτίο, πῶς μιὰ δοῦλα ἕπεσε στὸ πηγάδι νὰ πνιγῃ καὶ ὅτι δὲν ἤτανε τόσο ὤμορφη. Καὶ ποιὸς τὸν ρώτησε τὸν μαγκούφη τί μοῦτρα εἶχε τὸ κορίτσι;
Ετυμολογία
μαγκούφης < μαγκαφάς < τουρκική mankafa ("χοντροκέφαλος")
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγκούφης | μαγκούφα / μαγκούφισσα | μαγκούφικο |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | — | — | — |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →