ίσχαιμος
•
- λόγιοπου περιορίζει τη ροή του αίματος (λ.χ. σε περιπτώσεις αιμορραγίας από τραυματισμό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ίσχαιμος < αρχαία ελληνική ἴσχαιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ίσχαιμος | ίσχαιμη | ίσχαιμο |
| Γενική | ίσχαιμου | ίσχαιμης | ίσχαιμου |
| Αιτιατική | ίσχαιμο | ίσχαιμη | ίσχαιμο |
| Κλητική | ίσχαιμε | ίσχαιμη | ίσχαιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ίσχαιμοι | ίσχαιμες | ίσχαιμα |
| Γενική | ίσχαιμων | ίσχαιμων | ίσχαιμων |
| Αιτιατική | ίσχαιμους | ίσχαιμες | ίσχαιμα |
| Κλητική | ίσχαιμοι | ίσχαιμες | ίσχαιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →