Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβάζος

/aˈva.zos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που έχει δυνατή φωνή ή που φωνάζει πολύ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβάζος < αβάζ(ι) + -ος. Δε σχετίζεται ετυμολογικά με το αρχαίο ἄβαζος (άλαλος).

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβάζοςαβάζοςαβάζος
Γενικήαβάζουαβάζουαβάζου
Αιτιατικήαβάζοαβάζοαβάζο
Κλητικήαβάζεαβάζεαβάζε

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβάζοιαβάζοιαβάζοι
Γενικήαβάζωναβάζωναβάζων
Αιτιατικήαβάζουςαβάζουςαβάζους
Κλητικήαβάζοιαβάζοιαβάζοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →