Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβάνης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. συκοφάντης, κακολόγος, διαβολέας Βικιλεξικό
    • Κακός άνθρωπος! Αβάνης!
  2. καταδότης, προδότης, άπιστος Βικιλεξικό
    • Μας πρόδωσε ο παλιοαβάνης!
  3. πλεονέκτης Βικιλεξικό
    • Μην τα θες όλα δικά σου. Μην είσαι αβάνης.

Ετυμολογία

* αβάνης < αβανιά < μεσαιωνική ελληνική αβανιά / αβανία < τουρκική avan < αραβική خوان (ḵawwān: άπιστος, αναξιόπιστος, ύπουλος, προδότης) < ρίζα خ و ن (ḵ-w-n)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαβάνηςαβάνηδες
Γενικήαβάνηαβάνηδων
Αιτιατικήαβάνηαβάνηδες
Κλητικήαβάνηαβάνηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →