Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβανιά

/a.vaˈɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποη συκοφαντία, η ρετσινιά, η δυσφήμηση, η κατηγορία, η διαβολή, η κακολογία Βικιλεξικό
    • Η μάνα μου η Αλισαβώ | και η νενέ μου η Τζεβώ | είχαν συχνά μπελάδες | γιατί μας βγάζαν αβανιές | πως στου σπιτιού μας τις γωνιές | κρύβαμε κατσιρμάδες
    • Μαζώξου στὸ σπίτι σου, γριά, μὴ σοῦ κολλήσουν καμμιὰ ἀβανιά, τώρα στὰ γεροντάματα... καὶ ποῦν πὼς ἐβγῆκες τάχα σὲ κακὴ στράτα.
  2. λαϊκότροποη υλική ζημιά, η συμφορά, η βλάβη Βικιλεξικό
    • Έπαθα μεγάλη αβανιά.
  3. λαϊκότροποη δυσκολία, η στεναχώρια Βικιλεξικό
    • Περνάω μεγάλη αβανιά.

Ετυμολογία

αβανιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀβαν(ία) < μεσαιωνική ελληνική ἀβάν(ης) + -ιά , είτε κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική ἀβανία / ἀβανιά / 'βανία < οθωμανική τουρκική ? (τουρκική avan) < αραβική خوان (ḵawwān, άπιστος, αναξιόπιστος, ύπουλος, προδότης)) < ρίζα خ و ن (ḵ-w-n)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαβανιάαβανιές
Γενικήαβανιάςαβανιών
Αιτιατικήαβανιάαβανιές
Κλητικήαβανιάαβανιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αβανία

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. Ζάκυνθοςη συκοφαντία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβανία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀβανία (απ' όπου και η ιταλική avania) < ἀβάνης < πιθανόν αραβική خَوَّان (ḵawwān, δόλιος, ύπουλος) Δείτε και «αβανιά»

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →