αβανιά
•
- λαϊκότροποη συκοφαντία, η ρετσινιά, η δυσφήμηση, η κατηγορία, η διαβολή, η κακολογία Βικιλεξικό
- Η μάνα μου η Αλισαβώ | και η νενέ μου η Τζεβώ | είχαν συχνά μπελάδες | γιατί μας βγάζαν αβανιές | πως στου σπιτιού μας τις γωνιές | κρύβαμε κατσιρμάδες
- Μαζώξου στὸ σπίτι σου, γριά, μὴ σοῦ κολλήσουν καμμιὰ ἀβανιά, τώρα στὰ γεροντάματα... καὶ ποῦν πὼς ἐβγῆκες τάχα σὲ κακὴ στράτα.
- λαϊκότροποη υλική ζημιά, η συμφορά, η βλάβη Βικιλεξικό
- Έπαθα μεγάλη αβανιά.
- λαϊκότροποη δυσκολία, η στεναχώρια Βικιλεξικό
- Περνάω μεγάλη αβανιά.
Ετυμολογία
αβανιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀβαν(ία) < μεσαιωνική ελληνική ἀβάν(ης) + -ιά , είτε κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική ἀβανία / ἀβανιά / 'βανία < οθωμανική τουρκική ? (τουρκική avan) < αραβική خوان (ḵawwān, άπιστος, αναξιόπιστος, ύπουλος, προδότης)) < ρίζα خ و ن (ḵ-w-n)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβανιά | αβανιές |
| Γενική | αβανιάς | αβανιών |
| Αιτιατική | αβανιά | αβανιές |
| Κλητική | αβανιά | αβανιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →