Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβάτευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυρίως για ζώαπου δεν τον έχουν βατέψει, που δεν έχει ζευγαρώσει Βικιλεξικό
    • Το νταβραμπά! Ήρθε να μας βάλει στη θεογνωσία. Δεν κοιτάζει τις δικές τους παραλυσίες που δεν αφήνουν μήτε δαμάλα αβάτευτη, μόνο έρχεται να μας ανοίξει τάχα το δρόμο που πάει στον παράδεισο (Γαλάτεια Καζαντζάκη, Οι λεπροί, 1981)

Ετυμολογία

αβάτευτος < α- στερητικό + βατεύω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβάτευτοςαβάτευτηαβάτευτο
Γενικήαβάτευτουαβάτευτηςαβάτευτου
Αιτιατικήαβάτευτοαβάτευτηαβάτευτο
Κλητικήαβάτευτεαβάτευτηαβάτευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβάτευτοιαβάτευτεςαβάτευτα
Γενικήαβάτευτωναβάτευτωναβάτευτων
Αιτιατικήαβάτευτουςαβάτευτεςαβάτευτα
Κλητικήαβάτευτοιαβάτευτεςαβάτευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →