βατεμένος
•
- για ζώοπου έχει βατευτεί, που έχει ζευγαρωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βατεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου βατεύω
Άλλοι τύποι
βατεμέναβατεμένεβατεμένεςβατεμένηβατεμένηςβατεμένοβατεμένοιβατεμένοςβατεμένουβατεμένουςβατεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →