Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβανταδόρος

/a.van.daˈðo.ɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που βοηθάει, κυρίως σε ανέντιμες δουλειές Βικιλεξικό
  2. άτομο που υποδύεται τον πελάτη ή τον παίκτη, συνήθως επιδεικτικά, με σκοπό να προσελκύσει άλλους πελάτες ή παίκτες. Βικιλεξικό
    • Ο Τσιφόρος ονόμαζε λαμόγια τους αβανταδόρους, αυτούς τους συνεργάτες των παπατζήδων, που με το δήθεν επιτυχημένο ποντάρισμά τους στο παιχνίδι προσέλκυαν τα κορόιδα, για να τα ξαλαφρώσει ο παπατζής από τα λεφτουδάκια τους. (Λαμόγιο, Η εφημερίδα των συντακτών, 11/05/2019, https://www.efsyn.gr/nisides/194753_lamogio)
  3. αυτός που δήθεν αγοράζει από μικροπωλητή, για να προσελκύσει πελάτες· κράχτης. Βικιλεξικό
  4. προφορικότρακαδόρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβανταδόρος < αβάντ(α) + -αδόρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαβανταδόροςαβανταδόροι
Γενικήαβανταδόρουαβανταδόρων
Αιτιατικήαβανταδόροαβανταδόρους
Κλητικήαβανταδόρεαβανταδόροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →