αβαντζάρω
•
- λαϊκότροποπροκαταβάλλω Βικιλεξικό
- του αβαντζάρισα τρείς χιλιάδες
- λαϊκότροποπροσφέρω περισσότερα, πλειοδοτώ Βικιλεξικό
- ο ιχθυέμπορος αβαντζάρισε όλα τα ψάρια δύο χιλιάδες ευρώ
- λαϊκότροποεπαυξάνω Βικιλεξικό
- από τον άλλο μήνα μάλλον θα μάς αβαντζάρουν τους μισθούς
- λαϊκότροποπροοδεύω Βικιλεξικό
- ο μικρός αβαντζάρει συνέχεια
- λαϊκότροποπροωθώ (ένα προϊόν, μια άποψη, ένα πρόσωπο) Βικιλεξικό
- λαϊκότροποπλεονάζω Βικιλεξικό
- σου αβαντζάρει λίγο λάδι να μού δώσεις;
Ετυμολογία
αβαντζάρω < Κατά τον Γεωργακά (άμεσο δάνειο) ιταλική avanzare (προφορά /a.vanˈt͡sa.re/) ή αβαντσάρω με τροπή [nt͡s] > [nd͡z] : Δείτε και τη μεσαιωνική ελληνική ἀβαντζάρω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Άλλοι τύποι
αβαντζάρισα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →