αβγοδάρτης
•
- νεολογισμόςεργαλείο κουζίνας με το οποίο χτυπάμε αβγά ή τα ανακατεύουμε με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- Σε ένα μπολ, με τη βοήθεια του αβγοδάρτη, ανακατεύουμε καλά το τυρί με τους κρόκους. (*)
Ετυμολογία
αβγοδάρτης < αβγο- + δάρτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβγοδάρτης | αβγοδάρτες |
| Γενική | αβγοδάρτη | αβγοδαρτών |
| Αιτιατική | αβγοδάρτη | αβγοδάρτες |
| Κλητική | αβγοδάρτη | αβγοδάρτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →