Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δέρνω

/ˈðeɾ.no/ρήμα
•
  1. χτυπάω κάποιον με το χέρι ή με άλλο όργανο Βικιλεξικό
    • κάποιοι αλήτες τον έδειραν για πλάκα
    • Μιά νύχτα. Δεκέμβρη πάλι, τσακισμένος ἀπό τή δουλειά, είδες τον ἐργολάβο να δέρνει μ' ένα ματσούκι ἀλύπητα ἕνα δεκαεξάχρονο παιδί. Τὸ παιδὶ δὲν ἄντεχε, εἶχε πάθει ἐντερικά, κι αὐτὸς ὁ ἀγαρηνός, δὲν τούδινε τρόπο νὰ γυρίσει σὲ κάτι συγγενεῖς του στὸ Σικάγο . Ἦταν ἀπὸ τὴ Στεμνίτσα κ ̓ ἤθελε νὰ γυρίσει πίσω. (Αποστολίδης, Ανθολογία Το διήγημα, τόμος 2, 1954 σελ. 242)
  2. κάτι που πέφτει πάνω μου με ορμή Βικιλεξικό
    • η χιονοθύελλα τους έδερνε πολλή ώρα, μέχρι να φτάσουν στο καταφύγιο
  3. βάζω κάποιον σε ταλαιπωρίες, προκαλώ σε κάποιον δεινά Βικιλεξικό
    • τους έχει δείρει η θλίψη κι η μοναξιά
  4. ιδιωματικόεπιτίθεμαι, πλήττω, προσβάλλω Βικιλεξικό
    • από το τραγούδι το «Κάστρο της Ωριάς», συρτό Πελοποννήσου από την Αρκαδία) Όλα τα κάστρα τα 'δα κι όλα τα 'δειρα βρ' αμάν αμάν αμάν κι όλα τα 'δειρα κι όλα τα 'δει- τα 'δειρα, Φραγκοπούλα και Pωμιά. Σαν της Ωριάς το κάστρο, κάστρο δεν είδα
  5. για αρνητική ή ανεπιθύμητη ιδιότητα: χαρακτηρίζω Βικιλεξικό
    • τι εγωισμός σας δέρνει!

Ετυμολογία

δέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δέρνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δέρω (γδέρνω, χτυπάω) με ανάπτυξη [n] όπως στο φέρνω

Άλλοι τύποι

έδειραδάρθηκαδέρνομαιδαρμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →