Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβγουλομάτης

/a.vɣu.loˈma.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόαυτός που έχει μάτια που μοιάζουν με αβγά ή έχει μεγάλα (και όμορφα) μάτια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβγουλομάτης < αβγούλ(ι) + -ο- + -μάτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαβγουλομάτα / αβγουλομάτης / αβγουλομάτικοαβγουλομάτες / αβγουλομάτηδες / αβγουλομάτικα
Γενικήαβγουλομάτας / αβγουλομάτη / αβγουλομάτικουαβγουλομάτηδων / αβγουλομάτικων
Αιτιατικήαβγουλομάτα / αβγουλομάτη / αβγουλομάτικοαβγουλομάτες / αβγουλομάτηδες / αβγουλομάτικα
Κλητικήαβγουλομάτα / αβγουλομάτη / αβγουλομάτικοαβγουλομάτες / αβγουλομάτηδες / αβγουλομάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αβγουλομάτης

/a.vɣu.loˈma.tis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου έχει μάτια που μοιάζουν με αβγά ή έχει μεγάλα (και όμορφα) μάτια Βικιλεξικό
    • άλλο ο ανοιχτομάτης κι άλλο ο αβγουλομάτης (Τραγούδι «Πότε Βούδας, πότε Κούδας» [1986], σε στίχους Μανώλη Ρασούλη)

Ετυμολογία

αβγουλομάτης < αβγούλ(ι) + -ο- + -μάτης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβγουλομάτηςαβγουλομάτααβγουλομάτικο
Γενικήαβγουλομάτηαβγουλομάταςαβγουλομάτικου
Αιτιατικήαβγουλομάτηαβγουλομάτααβγουλομάτικο
Κλητικήαβγουλομάτηαβγουλομάτααβγουλομάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβγουλομάτηδεςαβγουλομάτεςαβγουλομάτικα
Γενικήαβγουλομάτηδων—αβγουλομάτικων
Αιτιατικήαβγουλομάτηδεςαβγουλομάτεςαβγουλομάτικα
Κλητικήαβγουλομάτηδεςαβγουλομάτεςαβγουλομάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →