μάτι
•
- ανατομίαο οφθαλμός, το όργανο της όρασης Βικιλεξικό
- πονάει το μάτι μου
- 19ος/20ός αιώνας, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, αρχική έκδοση: 1920.
- η ματιά, το βλέμμα Βικιλεξικό
- με τα μάτια ενός παιδιού
- η προσοχή, η επίβλεψη Βικιλεξικό
- έχει ένα μάτι σε όλα
- η αντιληπτική και κριτική ικανότητα Βικιλεξικό
- η βασκανία, το μάτιασμα Βικιλεξικό
- δεν τον πιάνει μάτι
- η τρύπα στην κορυφή μιας βελόνας Βικιλεξικό
- πέρνα την κλωστή μέσα απ' το μάτι
- η οπή πάνω σε αντικείμενο, μέσω της οποίας επιτρέπεται οπτική επαφή με την άλλη πλευρά Βικιλεξικό
- το μάτι της πόρτας
- εξάρτημα ή οπτικό όργανο μηχανήματος που επιτρέπει την όραση μέσα από αυτό, το βιζέρ Βικιλεξικό
- το μάτι της κάμερας
- το κέντρο μιας δίνης, ενός κυκλώνα Βικιλεξικό
- Στο μάτι του τυφώνα δε φυσάει καθόλου ο άνεμος.
- η στρογγυλή εστία κουζίνας Βικιλεξικό
- Βάλε τη χύτρα πάνω στο μεγάλο μάτι.
- ασχημάτιστη φύτρα, βλαστός φυτού Βικιλεξικό
- Για να κλαδέψεις το φυτό, κόψε τα κλαδάκια πάνω από κάθε μάτι.
- οι πατάτες έχουν βγάλει μάτια
Ετυμολογία
μάτι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάτι(ν) < ὀμμάτιν < αρχαία ελληνική ὀμμάτιον, υποκοριστικό του ὄμμα (μάτι) < *ὄπ-μα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *op- / *okʷ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάτι | μάτια |
| Γενική | ματιού | ματιών |
| Αιτιατική | μάτι | μάτια |
| Κλητική | μάτι | μάτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →