Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβεβαιότητα

/a.ve.veˈo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κατάσταση αμφισβήτησης και αμφιβολίας, έλλειψη βεβαιότητας ή σιγουριάς Βικιλεξικό
    • Αβεβαιότητα και φόβος είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που πλαισιώνουν την πανδημία του κορωνοϊού και τις επιπτώσεις του στην οικονομία, προκαλώντας παγκόσμιο «ψυχοπλάκωμα».
  2. νομικός όροςαίρεση αναβλητική ή διαλυτική σε αβέβαιο γεγονός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβεβαιότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀβεβαιότης (αστάθεια) από την αιτιατική ενικού «τὴν ἀβεβαιότητα» κατά τη σημασία του αβέβαιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαβεβαιότητααβεβαιότητες
Γενικήαβεβαιότηταςαβεβαιοτήτων
Αιτιατικήαβεβαιότητααβεβαιότητες
Κλητικήαβεβαιότητααβεβαιότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →