αβεβαιότητα
•
- κατάσταση αμφισβήτησης και αμφιβολίας, έλλειψη βεβαιότητας ή σιγουριάς Βικιλεξικό
- Αβεβαιότητα και φόβος είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που πλαισιώνουν την πανδημία του κορωνοϊού και τις επιπτώσεις του στην οικονομία, προκαλώντας παγκόσμιο «ψυχοπλάκωμα».
- νομικός όροςαίρεση αναβλητική ή διαλυτική σε αβέβαιο γεγονός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβεβαιότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀβεβαιότης (αστάθεια) από την αιτιατική ενικού «τὴν ἀβεβαιότητα» κατά τη σημασία του αβέβαιος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβεβαιότητα | αβεβαιότητες |
| Γενική | αβεβαιότητας | αβεβαιοτήτων |
| Αιτιατική | αβεβαιότητα | αβεβαιότητες |
| Κλητική | αβεβαιότητα | αβεβαιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →