βεβαιότητα
•
- το να είναι κανείς βέβαιος για κάτι, να μην έχει αμφιβολίες Βικιλεξικό
- Ο εργολάβος, αφού συμβουλεύτηκε το φασαριόζικο μηχάνημά του, που με τα διαολεμένα επαναλαμβανόμενα βουητά του σε έκανε να σκέφτεσαι ότι κάτω από τα πόδια σου κρύβεται ολόκληρος λόχος με τον εξοπλισμό του, υπέδειξε με την ίδια βεβαιότητα νέο σημείο λίγα μέτρα πιο πέρα. (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Θα πέσει η νύχτα, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
- κάτι που θεωρείται βέβαιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βεβαιότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βεβαιότης από την αιτιατική ενικού «τὴν βεβαιότητα»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βεβαιότητα | βεβαιότητες |
| Γενική | βεβαιότητας | βεβαιοτήτων |
| Αιτιατική | βεβαιότητα | βεβαιότητες |
| Κλητική | βεβαιότητα | βεβαιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →