Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβλέπτημα

/aˈvle.pti.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λάθος οφειλόμενο σε απροσεξία, εκ παραδρομής, όταν κάτι «μας ξεφεύγει» Βικιλεξικό
  2. ατόπημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβλέπτημα < ελληνιστική κοινή ἀβλέπτημα < ἀβλεπτέω / ἀβλεπτῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαβλέπτημααβλεπτήματα
Γενικήαβλεπτήματοςαβλεπτημάτων
Αιτιατικήαβλέπτημααβλεπτήματα
Κλητικήαβλέπτημααβλεπτήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →