Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβοήθητος

/a.voˈi.θi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει βοήθεια ή υποστήριξη Βικιλεξικό
    • το θύμα του τροχαίου έμεινε στην άσφαλτο αβοήθητο

Ετυμολογία

αβοήθητος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀβοήθητος (που δεν θεραπεύεται). Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + (βοηθάω) βοηθ- + -ητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβοήθητοςαβοήθητηαβοήθητο
Γενικήαβοήθητουαβοήθητηςαβοήθητου
Αιτιατικήαβοήθητοαβοήθητηαβοήθητο
Κλητικήαβοήθητεαβοήθητηαβοήθητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβοήθητοιαβοήθητεςαβοήθητα
Γενικήαβοήθητωναβοήθητωναβοήθητων
Αιτιατικήαβοήθητουςαβοήθητεςαβοήθητα
Κλητικήαβοήθητοιαβοήθητεςαβοήθητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →