αβοήθητος
•
- που δεν έχει βοήθεια ή υποστήριξη Βικιλεξικό
- το θύμα του τροχαίου έμεινε στην άσφαλτο αβοήθητο
Ετυμολογία
αβοήθητος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀβοήθητος (που δεν θεραπεύεται). Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + (βοηθάω) βοηθ- + -ητος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβοήθητος | αβοήθητη | αβοήθητο |
| Γενική | αβοήθητου | αβοήθητης | αβοήθητου |
| Αιτιατική | αβοήθητο | αβοήθητη | αβοήθητο |
| Κλητική | αβοήθητε | αβοήθητη | αβοήθητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβοήθητοι | αβοήθητες | αβοήθητα |
| Γενική | αβοήθητων | αβοήθητων | αβοήθητων |
| Αιτιατική | αβοήθητους | αβοήθητες | αβοήθητα |
| Κλητική | αβοήθητοι | αβοήθητες | αβοήθητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →