αβρόφρων
•
- λόγιοπου έχει αβρούς, λεπτούς τρόπους, ο ευγενικός, ο διακριτικά κολακευτικός Βικιλεξικό
- Ηταν ένας Ροκφέλερ του οργανωμένου εγκλήματος, ένας στυλοβάτης της (παρα)οικονομίας των ΗΠΑ, ένας εξέχων παράγων της τοπικής κοινωνίας του Σικάγου με πολλούς φίλους σε σημαίνουσες θέσεις, ένας κοσμικός μπίζνεσμαν με δεκάδες ανθρώπους στη «δούλεψή» του, ένας ευεργέτης της πολυπληθέστατης φαμίλιας των ιταλών μεταναστών που διατηρούσε το «αρχηγείο» του σε σουίτες πολυτελών ξενοδοχείων (προς 1.500 δολάρια τη βραδιά), οικογενειάρχης, αβρόφρων, ντυμένος στην πένα, ένας εγκληματίας που πήγαινε στην όπερα ενώ είχε δικά του πλείστα «αγαθοεργή καταστήματα», ήτοι χαρτοπαικτικές λέσχες, πορνεία, νάιτκλαμπ, παράνομα ποτοπωλεία («speakeasies») μέσα και έξω από την πόλη.
Ετυμολογία
αβρόφρων (μαρτυρείται από το 1860)< καθαρεύουσα ἁβρόφρων (σχηματίστηκε κατά το σώφρων, αβρ(ός) + -ό- + -φρων)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβρόφρων | αβρόφρων | αβρόφρον |
| Γενική | αβρόφρονος | αβρόφρονος | αβρόφρονος |
| Αιτιατική | αβρόφρονα | αβρόφρονα | αβρόφρον |
| Κλητική | αβρόφρων | αβρόφρων | αβρόφρον |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβρόφρονες | αβρόφρονες | αβρόφρονα |
| Γενική | αβροφρόνων | αβροφρόνων | αβροφρόνων |
| Αιτιατική | αβρόφρονες | αβρόφρονες | αβρόφρονα |
| Κλητική | αβρόφρονες | αβρόφρονες | αβρόφρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →