Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγάνωτος

/aˈɣa.no.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μεταλλουργίαπου δεν έχει γανωθεί Βικιλεξικό
    • Το παλιό χάλκινο σκεύος ήταν αγάνωτο και είχε αρχίσει να σκουριάζει.

Ετυμολογία

αγάνωτος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγάνωτος. Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + γανώ(νω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγάνωτοςαγάνωτηαγάνωτο
Γενικήαγάνωτουαγάνωτηςαγάνωτου
Αιτιατικήαγάνωτοαγάνωτηαγάνωτο
Κλητικήαγάνωτεαγάνωτηαγάνωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγάνωτοιαγάνωτεςαγάνωτα
Γενικήαγάνωτωναγάνωτωναγάνωτων
Αιτιατικήαγάνωτουςαγάνωτεςαγάνωτα
Κλητικήαγάνωτοιαγάνωτεςαγάνωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →