αγέραστος
•
- που δεν γερνάει, που μένει πάντα νέος Βικιλεξικό
- Ολόγυρα προβαίνανε της αγέραστης Ιωνίας τα βουνά καλογραμμένα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, το άλλο ψηλότερο από τ’ άλλο, ώσπου κατέβαιναν σε ακρωτήρια ήμερα και λούζονταν στα ξάστερα νερά. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1900)
- που έχει νεανική όψη ή νεανική ενεργητικότητα παρά την προχωρημένη ηλικία του Βικιλεξικό
- Αγέραστος και ακούραστος στα 80 του, ο Ρόμαν Πολάνσκι στήνει ένα παιχνίδι εναλλαγής ρόλων εξουσιαστή – εξουσιαζομένου με άξονα τη γνωριμία μιας ηθοποιού που θέλει πάση θυσία να πρωταγωνιστήσει στο θεατρικό έργο που πρόκειται να σκηνοθετήσει ένας σκηνοθέτης.
Ετυμολογία
αγέραστος < α- (στερητικό) + γεράζω (θέμα αορίστου γέρασα) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγέραστος | αγέραστη | αγέραστο |
| Γενική | αγέραστου | αγέραστης | αγέραστου |
| Αιτιατική | αγέραστο | αγέραστη | αγέραστο |
| Κλητική | αγέραστε | αγέραστη | αγέραστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγέραστοι | αγέραστες | αγέραστα |
| Γενική | αγέραστων | αγέραστων | αγέραστων |
| Αιτιατική | αγέραστους | αγέραστες | αγέραστα |
| Κλητική | αγέραστοι | αγέραστες | αγέραστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →