Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ακμαίος

/akˈme.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται στην ακμή του, που ακμάζει Βικιλεξικό
    • ένας ακμαίος πολιτισμός
  2. δυνατός, ισχυρός, με σωματικές και πνευματικές δυνάμεις Βικιλεξικό
    • παρά τα χρόνια του παραμένει ακόμα ακμαίος
    • Ωστόσο, οι καύσωνες της Άνοιξης και ιδίως του Μάιου, παραδόξως, είναι και ωφέλιμοι γιατί είναι ζημιογόνοι για τον Δάκο. Και αυτό γιατί είναι γνωστό ότι ακμαία άτομα Δάκου που εκτίθενται επί αρκετό χρόνο σε θερμοκρασίες άνω 32^ο αδρανοποιούνται και άνω των 36^ο θνήσκουν. (Ν. Μιχελάκης, Καύσωνες εναντίον Ελιάς αλλά και … Δάκου! Πιθανοί κίνδυνοι αλλά και ...οφέλη., Σύλλογος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης, 14/5/2020 https://sedik.gr/arxeio-elaioneon/2020/1864-kausones-enantion-elias-alla-kai-dakou)

Ετυμολογία

ακμαίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκμαῖος και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική florissant

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακμαίοςακμαίαακμαίο
Γενικήακμαίουακμαίαςακμαίου
Αιτιατικήακμαίοακμαίαακμαίο
Κλητικήακμαίεακμαίαακμαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήακμαίοιακμαίεςακμαία
Γενικήακμαίωνακμαίωνακμαίων
Αιτιατικήακμαίουςακμαίεςακμαία
Κλητικήακμαίοιακμαίεςακμαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →