αγαθά
•
- αντικείμενα και περιουσία που αποκτά ή επιζητεί να αποκτήσει κάποιος Βικιλεξικό
- πολλοί δίνουν σημασία μόνον στα υλικά αγαθά
- προστάτευε τα αγαθά του
- είχε όλα τα αγαθά του κόσμου
- η κοινωνία διαθέτει πολλά καταναλωτικά αγαθά
- για πρόσθετες σημασίες, βλέπε και αγαθό στον ενικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγαθά < πληθυντικός αριθμός του αγαθό
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →