αγανοϋφαίνω
•
- υφαίνω αραιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγανοϋφαίνω < αγαν(ός) + -ο- + υφαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγανοϋφαίνω | αγανοϋφαίνεις | αγανοϋφαίνει | αγανοϋφαίνουμε | αγανοϋφαίνετε | αγανοϋφαίνουν / αγανοϋφαίνουνε |
| Παρατατικός | αγανοΰφαινα | αγανοΰφαινες | αγανοΰφαινε | αγανοϋφαίναμε | αγανοϋφαίνατε | αγανοΰφαιναν / αγανοϋφαίναν / αγανοϋφαίνανε |
| Αόριστος | αγανοΰφανα | αγανοΰφανες | αγανοΰφανε | αγανοϋφάναμε | αγανοϋφάνατε | αγανοΰφαναν / αγανοϋφάναν / αγανοϋφάνανε |
| Μέλλοντας | θα αγανοϋφάνω / θα αγανοϋφαίνω | θα αγανοϋφάνεις / θα αγανοϋφαίνεις | θα αγανοϋφάνει / θα αγανοϋφαίνει | θα αγανοϋφάνουμε / θα αγανοϋφαίνουμε | θα αγανοϋφάνετε / θα αγανοϋφαίνετε | θα αγανοϋφάνουν / θα αγανοϋφάνουνε / θα αγανοϋφαίνουν / θα αγανοϋφαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγανοϋφάνει | έχεις αγανοϋφάνει | έχει αγανοϋφάνει | έχουμε αγανοϋφάνει | έχετε αγανοϋφάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγανοϋφάνει | είχες αγανοϋφάνει | είχε αγανοϋφάνει | είχαμε αγανοϋφάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγανοϋφάνει / να αγανοϋφάνω / να αγανοϋφαίνω | να έχεις αγανοϋφάνει / να αγανοϋφάνεις / να αγανοϋφαίνεις | να έχει αγανοϋφάνει / να αγανοϋφάνει / να αγανοϋφαίνει | να έχουμε αγανοϋφάνει / να αγανοϋφάνουμε / να αγανοϋφαίνουμε | να έχετε αγανοϋφάνει / να αγανοϋφάνετε / να αγανοϋφαίνετε | να αγανοϋφάνουν / να αγανοϋφάνουνε / να αγανοϋφαίνουν / να αγανοϋφαίνουνε |
| Προστακτική | — | έχε αγανοϋφασμένο / αγανοΰφαινε / αγανοΰφανε | — | — | αγανοϋφάνετε / αγανοϋφαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →