Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγανοϋφαίνω

/a.ɣa.o.iˈfe.no/ρήμα
•
  1. υφαίνω αραιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγανοϋφαίνω < αγαν(ός) + -ο- + υφαίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαγανοϋφαίνωαγανοϋφαίνειςαγανοϋφαίνειαγανοϋφαίνουμεαγανοϋφαίνετεαγανοϋφαίνουν / αγανοϋφαίνουνε
Παρατατικόςαγανοΰφαινααγανοΰφαινεςαγανοΰφαινεαγανοϋφαίναμεαγανοϋφαίνατεαγανοΰφαιναν / αγανοϋφαίναν / αγανοϋφαίνανε
Αόριστοςαγανοΰφανααγανοΰφανεςαγανοΰφανεαγανοϋφάναμεαγανοϋφάνατεαγανοΰφαναν / αγανοϋφάναν / αγανοϋφάνανε
Μέλλονταςθα αγανοϋφάνω / θα αγανοϋφαίνωθα αγανοϋφάνεις / θα αγανοϋφαίνειςθα αγανοϋφάνει / θα αγανοϋφαίνειθα αγανοϋφάνουμε / θα αγανοϋφαίνουμεθα αγανοϋφάνετε / θα αγανοϋφαίνετεθα αγανοϋφάνουν / θα αγανοϋφάνουνε / θα αγανοϋφαίνουν / θα αγανοϋφαίνουνε
Παρακείμενοςέχω αγανοϋφάνειέχεις αγανοϋφάνειέχει αγανοϋφάνειέχουμε αγανοϋφάνειέχετε αγανοϋφάνει—
Υπερσυντέλικοςείχα αγανοϋφάνειείχες αγανοϋφάνειείχε αγανοϋφάνειείχαμε αγανοϋφάνει——
Υποτακτικήνα έχω αγανοϋφάνει / να αγανοϋφάνω / να αγανοϋφαίνωνα έχεις αγανοϋφάνει / να αγανοϋφάνεις / να αγανοϋφαίνειςνα έχει αγανοϋφάνει / να αγανοϋφάνει / να αγανοϋφαίνεινα έχουμε αγανοϋφάνει / να αγανοϋφάνουμε / να αγανοϋφαίνουμενα έχετε αγανοϋφάνει / να αγανοϋφάνετε / να αγανοϋφαίνετενα αγανοϋφάνουν / να αγανοϋφάνουνε / να αγανοϋφαίνουν / να αγανοϋφαίνουνε
Προστακτική—έχε αγανοϋφασμένο / αγανοΰφαινε / αγανοΰφανε——αγανοϋφάνετε / αγανοϋφαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →