κρουστοϋφαίνω
•
- υφαίνω με πυκνή ύφανση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρουστοϋφαίνω < κρουστός + -ο- + υφαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρουστοϋφαίνω | κρουστοϋφαίνεις | κρουστοϋφαίνει | κρουστοϋφαίνουμε | κρουστοϋφαίνετε | κρουστοϋφαίνουν / κρουστοϋφαίνουνε |
| Παρατατικός | κρουστοΰφαινα | κρουστοΰφαινες | κρουστοΰφαινε | κρουστοϋφαίναμε | κρουστοϋφαίνατε | κρουστοΰφαιναν / κρουστοϋφαίναν / κρουστοϋφαίνανε |
| Αόριστος | κρουστοΰφανα | κρουστοΰφανες | κρουστοΰφανε | κρουστοϋφάναμε | κρουστοϋφάνατε | κρουστοΰφαναν / κρουστοϋφάναν / κρουστοϋφάνανε |
| Μέλλοντας | θα κρουστοϋφάνω / θα κρουστοϋφαίνω | θα κρουστοϋφάνεις / θα κρουστοϋφαίνεις | θα κρουστοϋφάνει / θα κρουστοϋφαίνει | θα κρουστοϋφάνουμε / θα κρουστοϋφαίνουμε | θα κρουστοϋφάνετε / θα κρουστοϋφαίνετε | θα κρουστοϋφάνουν / θα κρουστοϋφάνουνε / θα κρουστοϋφαίνουν / θα κρουστοϋφαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω κρουστοϋφάνει | έχεις κρουστοϋφάνει | έχει κρουστοϋφάνει | έχουμε κρουστοϋφάνει | έχετε κρουστοϋφάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρουστοϋφάνει | είχες κρουστοϋφάνει | είχε κρουστοϋφάνει | είχαμε κρουστοϋφάνει | είχατε κρουστοϋφάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω κρουστοϋφάνει / να κρουστοϋφάνω / να κρουστοϋφαίνω | να έχεις κρουστοϋφάνει / να κρουστοϋφάνεις / να κρουστοϋφαίνεις | να έχει κρουστοϋφάνει / να κρουστοϋφάνει / να κρουστοϋφαίνει | να έχουμε κρουστοϋφάνει / να κρουστοϋφάνουμε / να κρουστοϋφαίνουμε | να έχετε κρουστοϋφάνει / να κρουστοϋφάνετε / να κρουστοϋφαίνετε | να κρουστοϋφάνουν / να κρουστοϋφάνουνε / να κρουστοϋφαίνουν / να κρουστοϋφαίνουνε |
| Προστακτική | — | κρουστοΰφαινε / κρουστοΰφανε | — | — | κρουστοϋφάνετε / κρουστοϋφαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →