Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρουστοϋφαίνω

ρήμα
•
  1. υφαίνω με πυκνή ύφανση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κρουστοϋφαίνω < κρουστός + -ο- + υφαίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκρουστοϋφαίνωκρουστοϋφαίνειςκρουστοϋφαίνεικρουστοϋφαίνουμεκρουστοϋφαίνετεκρουστοϋφαίνουν / κρουστοϋφαίνουνε
Παρατατικόςκρουστοΰφαινακρουστοΰφαινεςκρουστοΰφαινεκρουστοϋφαίναμεκρουστοϋφαίνατεκρουστοΰφαιναν / κρουστοϋφαίναν / κρουστοϋφαίνανε
Αόριστοςκρουστοΰφανακρουστοΰφανεςκρουστοΰφανεκρουστοϋφάναμεκρουστοϋφάνατεκρουστοΰφαναν / κρουστοϋφάναν / κρουστοϋφάνανε
Μέλλονταςθα κρουστοϋφάνω / θα κρουστοϋφαίνωθα κρουστοϋφάνεις / θα κρουστοϋφαίνειςθα κρουστοϋφάνει / θα κρουστοϋφαίνειθα κρουστοϋφάνουμε / θα κρουστοϋφαίνουμεθα κρουστοϋφάνετε / θα κρουστοϋφαίνετεθα κρουστοϋφάνουν / θα κρουστοϋφάνουνε / θα κρουστοϋφαίνουν / θα κρουστοϋφαίνουνε
Παρακείμενοςέχω κρουστοϋφάνειέχεις κρουστοϋφάνειέχει κρουστοϋφάνειέχουμε κρουστοϋφάνειέχετε κρουστοϋφάνει—
Υπερσυντέλικοςείχα κρουστοϋφάνειείχες κρουστοϋφάνειείχε κρουστοϋφάνειείχαμε κρουστοϋφάνειείχατε κρουστοϋφάνει—
Υποτακτικήνα έχω κρουστοϋφάνει / να κρουστοϋφάνω / να κρουστοϋφαίνωνα έχεις κρουστοϋφάνει / να κρουστοϋφάνεις / να κρουστοϋφαίνειςνα έχει κρουστοϋφάνει / να κρουστοϋφάνει / να κρουστοϋφαίνεινα έχουμε κρουστοϋφάνει / να κρουστοϋφάνουμε / να κρουστοϋφαίνουμενα έχετε κρουστοϋφάνει / να κρουστοϋφάνετε / να κρουστοϋφαίνετενα κρουστοϋφάνουν / να κρουστοϋφάνουνε / να κρουστοϋφαίνουν / να κρουστοϋφαίνουνε
Προστακτική—κρουστοΰφαινε / κρουστοΰφανε——κρουστοϋφάνετε / κρουστοϋφαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →