Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγαπησιάρης

/a.ɣa.piˈsça.ɾis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο επιρρεπής στον έρωτα, αισθηματίας, ερωτύλος, ερωτιάρης Βικιλεξικό
    • Με ένα τσιγάρο συνέχεια στο χέρι και το στομάχι ανακατεμένο από τα ποτά ο Φαμπιό είναι άνδρας extra large. Εχει δε δύο χαρακτηριστικά που πάνε μαζί: είναι καλοφαγάς και αγαπησιάρης. Στα 50 του έχει ερωτευτεί πολλές γυναίκες και έχει γνωρίσει ακόμη περισσότερες.
  2. αυτός που αγαπιέται εύκολα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγαπησιάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγαπησιάρης < ἀγάπησ(ις) + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαπησιάρηςαγαπησιάρααγαπησιάρικο
Γενικήαγαπησιάρηαγαπησιάραςαγαπησιάρικου
Αιτιατικήαγαπησιάρηαγαπησιάρααγαπησιάρικο
Κλητικήαγαπησιάρηαγαπησιάρααγαπησιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαπησιάρηδεςαγαπησιάρεςαγαπησιάρικα
Γενικήαγαπησιάρηδων—αγαπησιάρικων
Αιτιατικήαγαπησιάρηδεςαγαπησιάρεςαγαπησιάρικα
Κλητικήαγαπησιάρηδεςαγαπησιάρεςαγαπησιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →