αγαπησιάρης
•
- ο επιρρεπής στον έρωτα, αισθηματίας, ερωτύλος, ερωτιάρης Βικιλεξικό
- Με ένα τσιγάρο συνέχεια στο χέρι και το στομάχι ανακατεμένο από τα ποτά ο Φαμπιό είναι άνδρας extra large. Εχει δε δύο χαρακτηριστικά που πάνε μαζί: είναι καλοφαγάς και αγαπησιάρης. Στα 50 του έχει ερωτευτεί πολλές γυναίκες και έχει γνωρίσει ακόμη περισσότερες.
- αυτός που αγαπιέται εύκολα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγαπησιάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγαπησιάρης < ἀγάπησ(ις) + -ιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαπησιάρης | αγαπησιάρα | αγαπησιάρικο |
| Γενική | αγαπησιάρη | αγαπησιάρας | αγαπησιάρικου |
| Αιτιατική | αγαπησιάρη | αγαπησιάρα | αγαπησιάρικο |
| Κλητική | αγαπησιάρη | αγαπησιάρα | αγαπησιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαπησιάρηδες | αγαπησιάρες | αγαπησιάρικα |
| Γενική | αγαπησιάρηδων | — | αγαπησιάρικων |
| Αιτιατική | αγαπησιάρηδες | αγαπησιάρες | αγαπησιάρικα |
| Κλητική | αγαπησιάρηδες | αγαπησιάρες | αγαπησιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →