Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγάπη

/aˈɣa.pi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συναίσθημα συμπάθειας, φιλίας ή στοργής καθώς και η έκφρασή του με λόγια ή πράξεις Βικιλεξικό
    • νιώθω αγάπη για κάποιον
    • η συζυγική / πατρική/ μητρική/ αδελφική αγάπη
  2. ο έρωτας Βικιλεξικό
    • χαίρονται την αγάπη τους
  3. το πρόσωπο για το οποίο αισθάνεται κανείς έρωτα Βικιλεξικό
    • θυμάται την πρώτη του αγάπη
  4. προσφώνησηως προσφώνηση οικείων προσώπων ή εραστών Βικιλεξικό
    • εκεί βρισκόμουν από το πρωί, αγάπη, δεν με είδες;
  5. το έντονο ενδιαφέρον ή η συχνή ενασχόληση με κάτι Βικιλεξικό
    • έχει αγάπη για την εντομολογία
    • ενώ μιλούσε για την αγάπη του προς τα γράμματα, η φωνή του είχε κάτι άγριο, κάτι στρυφνό, αντίς να μαλακώσει με την αγάπη (Γιάννης Ψυχάρης, Προορισμός, «Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 423, 13, αρ. 424, 20, αρ. 425, 27 του Φλεβάρη, αρ. 428, 20 του Μάρτη, 1911»)
  6. η αφοσίωση σε ένα ιδανικό, η ολόψυχη επιθυμία για κάτι που θεωρείται αγαθό Βικιλεξικό
    • η αγάπη για την πατρίδα
  7. χριστιανισμόςτο φιλί μεταξύ των χριστιανών στην ακολουθία της Ανάστασης Βικιλεξικό
  8. χριστιανισμός, κοινά δείπνα των πρώτων Χριστιανών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγάπη < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀγάπη < αρχαία ελληνική ἀγαπῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαγάπηαγάπες
Γενικήαγάπης—
Αιτιατικήαγάπηαγάπες
Κλητικήαγάπηαγάπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →