Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγαπησιάρικος

/a.ɣa.piˈsça.ɾi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου έχει σχέση με αγαπησιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν, που προκαλεί αισθήματα αγάπης Βικιλεξικό
    • Το μουσείο της Αθήνας, το αφιερωμένο στο εμβληματικό μνημείο της πόλης και της Ελλάδας, που κάποτε αμφισβητήθηκε για τον αλαζονικό όγκο και την τολμηρή αρχιτεκτονική του, μας έχει κατακτήσει. Οχι ως αφηρημένο τοπόσημο πολιτιστικής πολιτικής και εθνικού κομπασμού αλλά ως αγαπησιάρικος χώρος στη θαλπωρή του οποίου η αρχαιότητα γίνεται καθημερινή εμπειρία και η σχέση με τους Ελληνες της Ιστορίας μας ακούγεται σαν οικογενειακή αφήγηση.

Ετυμολογία

αγαπησιάρικος < αγαπησιάρ(ης) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαπησιάρικοςαγαπησιάρικηαγαπησιάρικο
Γενικήαγαπησιάρικουαγαπησιάρικηςαγαπησιάρικου
Αιτιατικήαγαπησιάρικοαγαπησιάρικηαγαπησιάρικο
Κλητικήαγαπησιάρικεαγαπησιάρικηαγαπησιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαγαπησιάρικοιαγαπησιάρικεςαγαπησιάρικα
Γενικήαγαπησιάρικωναγαπησιάρικωναγαπησιάρικων
Αιτιατικήαγαπησιάρικουςαγαπησιάρικεςαγαπησιάρικα
Κλητικήαγαπησιάρικοιαγαπησιάρικεςαγαπησιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →