αγαποβότανο
•
- ποώδες βότανο με μικρά ροζ ή άσπρα άνθη, (λατινικό όνομα Τeucrium polium), και παραδοσιακά χρησιμοποιείται και θεραπευτικά και ως φίλτρο που προκαλεί ή δυναμώνει τον έρωτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγαποβότανο < αγάπ(η) + -ο- + βοτάν(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγαποβότανο | αγαποβότανα |
| Γενική | αγαποβότανου | αγαποβότανων |
| Αιτιατική | αγαποβότανο | αγαποβότανα |
| Κλητική | αγαποβότανο | αγαποβότανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →