αγγίζω
•
- ακουμπώ κάτι με την άκρη των δαχτύλων μου, πολύ απαλά Βικιλεξικό
- Απαγορεύεται να αγγίζετε τα εκθέματα του μουσείου.
- ασχολούμαι με κάτι νέο, πολύ επιφανειακά, χωρίς να εμβαθύνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπειράζω κάποιον, τον προκαλώ φιλικά Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυγκινώ κάποιον Βικιλεξικό
- Με άγγιξαν πολύ τα λόγια του.
- μεταφορικάπλησιάζω ένα σημείο, όριο Βικιλεξικό
- Η θερμοκρασία άγγιξε τους 40 βαθμούς Κελσίου.
Ετυμολογία
αγγίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀγγίζω < ελληνιστική κοινή ἐγγίζω (φέρνω κοντά). Παραβάλετε το αρχαίο ἅπτω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγγίζω | αγγίζεις | αγγίζει | αγγίζουμε | αγγίζετε | αγγίζουν / αγγίζουνε |
| Παρατατικός | άγγιζα | άγγιζες | άγγιζε | αγγίζαμε | αγγίζατε | άγγιζαν / αγγίζαν / αγγίζανε |
| Αόριστος | άγγιξα | άγγιξες | άγγιξε | αγγίξαμε | αγγίξατε | άγγιξαν / αγγίξαν / αγγίξανε |
| Μέλλοντας | θα αγγίζω / θα αγγίξω | θα αγγίζεις / θα αγγίξεις | θα αγγίζει / θα αγγίξει | θα αγγίζουμε / θα αγγίξουμε | θα αγγίζετε / θα αγγίξετε | θα αγγίζουν / θα αγγίζουνε / θα αγγίξουν / θα αγγίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγγίξει | έχεις αγγίξει | έχει αγγίξει | έχουμε αγγίξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγγίξει | είχες αγγίξει | είχε αγγίξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγγίξει / να αγγίζω / να αγγίξω | να έχεις αγγίξει / να αγγίζεις / να αγγίξεις | να έχει αγγίξει / να αγγίζει / να αγγίξει | να έχουμε αγγίξει / να αγγίζουμε / να αγγίξουμε | να αγγίζετε / να αγγίξετε | να αγγίζουν / να αγγίζουνε / να αγγίξουν / να αγγίξουνε |
| Προστακτική | — | άγγιζε / άγγιξε | — | — | αγγίζετε / αγγίξτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αγγίχτηκααγγίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →