προσεγγίζω
•
- πλησιάζω κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- φέρνω κοντά κάποιον ή κάτι με κάποιον άλλο ή κάτι άλλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξετάζω, μελετώ Βικιλεξικό
- Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 436-441, 2003, σελ. 22)
Ετυμολογία
προσεγγίζω < ελληνιστική κοινή προσεγγίζω < πρός + αρχαία ελληνική ἐγγίζω < ἐγγύς (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rapprocher & σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική approach)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προσεγγίζω | προσεγγίζεις | προσεγγίζει | προσεγγίζουμε | προσεγγίζετε | προσεγγίζουν / προσεγγίζουνε |
| Παρατατικός | προσέγγιζα | προσέγγιζες | προσέγγιζε | προσεγγίζαμε | προσεγγίζατε | προσέγγιζαν / προσεγγίζαν / προσεγγίζανε |
| Αόριστος | προσέγγισα | προσέγγισες | προσέγγισε | προσεγγίσαμε | προσεγγίσατε | προσέγγισαν / προσεγγίσαν / προσεγγίσανε |
| Μέλλοντας | θα προσεγγίζω / θα προσεγγίσω | θα προσεγγίζεις / θα προσεγγίσεις | θα προσεγγίζει / θα προσεγγίσει | θα προσεγγίζουμε / θα προσεγγίσουμε | θα προσεγγίζετε / θα προσεγγίσετε | θα προσεγγίζουν / θα προσεγγίζουνε / θα προσεγγίσουν / θα προσεγγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προσεγγίσει | έχεις προσεγγίσει | έχει προσεγγίσει | έχουμε προσεγγίσει | έχετε προσεγγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προσεγγίσει | είχες προσεγγίσει | είχε προσεγγίσει | είχαμε προσεγγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προσεγγίσει / να προσεγγίζω / να προσεγγίσω | να έχεις προσεγγίσει / να προσεγγίζεις / να προσεγγίσεις | να έχει προσεγγίσει / να προσεγγίζει / να προσεγγίσει | να έχουμε προσεγγίσει / να προσεγγίζουμε / να προσεγγίσουμε | να έχετε προσεγγίσει / να προσεγγίζετε / να προσεγγίσετε | να προσεγγίζουν / να προσεγγίζουνε / να προσεγγίσουν / να προσεγγίσουνε |
| Προστακτική | — | προσέγγιζε / προσέγγισε | — | — | προσεγγίζετε / προσεγγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →