αγγειοπλάστης
•
- επάγγελματεχνίτης που κατασκευάζει αγγεία και κεραμικά Βικιλεξικό
- Από τις καινοτομίες του Λαογραφικού Μουσείου Σάμου τα επτά ανεξάρτητα εργαστήρια στον περιβάλλοντα χώρο, που αποδίδουν όσο γίνεται πιστότερα τον χώρο και τις συνθήκες εργασίας αντιπροσωπευτικών επαγγελμάτων του νησιού, όπως ο σιδεράς και ο αγγειοπλάστης, που τείνουν σήμερα προς εξαφάνιση.
Ετυμολογία
αγγειοπλάστης < αγγειο- + -πλάστης κατά την ελληνιστική χαλκοπλάστης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγειοπλάστης | αγγειοπλάστες |
| Γενική | αγγειοπλάστη | αγγειοπλαστών |
| Αιτιατική | αγγειοπλάστη | αγγειοπλάστες |
| Κλητική | αγγειοπλάστη | αγγειοπλάστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →