αγγειοπλαστείο
•
- χώρος, εργαστήριο, όπου κατασκευάζονται αγγεία Βικιλεξικό
- Στα Βατερά έμεναν 25 οικογένειες, υπήρχε τελωνοσταθμάρχης και λειτουργούσαν ένα αγγειοπλαστείο, δυο καφενεία, τέσσερα κεραμοποιεία, και ένα πτηνοτροφείο-χοιροτροφείο.
Ετυμολογία
αγγειοπλαστείο < αγγειοπλάστ(ης) + -είο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγειοπλαστείο | αγγειοπλαστεία |
| Γενική | αγγειοπλαστείου | αγγειοπλαστείων |
| Αιτιατική | αγγειοπλαστείο | αγγειοπλαστεία |
| Κλητική | αγγειοπλαστείο | αγγειοπλαστεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →