αγγειό
•
- ιδιωματικόδοχείο, οικιακό σκεύος Βικιλεξικό
- ιδιωματικόασκός για αποθήκευση προϊόντων (π.χ. βούτυρο, τυρί) Βικιλεξικό
- ιδιωματικόπνευστό μουσικό όργανο, ο άσκαυλος Βικιλεξικό
- ιδιωματικότα αναγκαία πράγματα για όσους ταξιδεύουν ή πάνε σε γεωργικές εργασίες Βικιλεξικό
- ιδιωματικόκλινοσκεπάσματα, στρώματα Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο αιδοίο Βικιλεξικό
- ιδιωματικόοι όρχεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγειό < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγγεῖον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →