αγγειοσυσπαστικός
•
- ιατρικήο σχετικός με την αγγειοσύσπαση, ο ο αγγειοσυσταλτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγγειοσυσπαστικός < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική vasoconstricteur. αγγειοσύσπασ(η) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγειοσυσπαστικός | αγγειοσυσπαστική | αγγειοσυσπαστικό |
| Γενική | αγγειοσυσπαστικού | αγγειοσυσπαστικής | αγγειοσυσπαστικού |
| Αιτιατική | αγγειοσυσπαστικό | αγγειοσυσπαστική | αγγειοσυσπαστικό |
| Κλητική | αγγειοσυσπαστικέ | αγγειοσυσπαστική | αγγειοσυσπαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγειοσυσπαστικοί | αγγειοσυσπαστικές | αγγειοσυσπαστικά |
| Γενική | αγγειοσυσπαστικών | αγγειοσυσπαστικών | αγγειοσυσπαστικών |
| Αιτιατική | αγγειοσυσπαστικούς | αγγειοσυσπαστικές | αγγειοσυσπαστικά |
| Κλητική | αγγειοσυσπαστικοί | αγγειοσυσπαστικές | αγγειοσυσπαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →