αγγειοσύσπαση
•
- ιατρικήσύσπαση η οποία προκαλείται σε αγγείο του ανθρώπινου σώματος με αποτέλεσμα τη μείωση της διαμέτρου, η αγγειοσυστολή Βικιλεξικό
- Όχι μόνο οι καρδιολογικοί ασθενείς αλλά και υγιή άτομα κινδυνεύουν από την αφρικανική σκόνη, σύμφωνα με τον καθηγητή Κοχιαδάκη, γιατί όπως λέει η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να δημιουργεί αυξημένη συχνότητα παλμών, αυξημένη αρτηριακή πίεση, αγγειοσύσπαση στα στεφανιαία αγγεία, αλλά επίσης μπορεί να αυξήσει και την επίπτωση των οξέων θρομβωτικών επεισοδίων, ακόμη και σε άτομα χωρίς ιστορικό.
Ετυμολογία
αγγειοσύσπαση < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική vasoconstriction. Μορφολογικά αναλύεται σε αγγειο- + σύσπαση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγγειοσύσπαση | αγγειοσυσπάσεις |
| Γενική | αγγειοσύσπασης | αγγειοσυσπάσεων |
| Αιτιατική | αγγειοσύσπαση | αγγειοσυσπάσεις |
| Κλητική | αγγειοσύσπαση | αγγειοσυσπάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →